εφίππιος

-ο(ν), τὸ (Α ἐφίππιος, -ον)
το ουδ. ως ουσ. το εφίππιο(ν)
το κάλυμμα τής ράχης τού αλόγου, ή σέλα ή το σαμάρι
αρχ.
1. αυτός που τίθεται πάνω στο άλογο
2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐφίππιος (ενν. δρόμος)
δρόμος ορισμένου μήκους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἵππ-ιος (< ἵππος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφίππιον — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem acc sg ἐφίππιος for putting on a horse neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιππίοις — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιππίου — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιππίους — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιππίων — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιππίῳ — ἐφίππιος for putting on a horse masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίππια — ἐφίππιος for putting on a horse neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Dromos (Sport) — Der Dromos (griechisch δρόμος „Lauf“, „Rennbahn“) war der gymnische Wettlauf, die älteste[1] und geachtetste Übung der griechischen Leichtathletik. Er erstreckte sich meist auf die einfache Länge der mit tiefem Sand bedeckten Rennbahn.… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.